ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΙΕΡΑΣ MΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΓΑΛΑΞΙΔΙΟΥ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Γαλαξιδίου βρίσκεται λίγο πιο  κάτω από την κορυφή του λόφου του Αγίου Βλάσιου στα Ν.Δ. του Οικοδομικού χώρου του Γαλαξιδίου Φωκίδος και σε απόσταση 2,0km περίπου από αυτό. Έχει κατασκευασθεί σε υψόμετρο 320μ. και στα Ανατολικά πρανή της λοφοειδούς έξαρσης «Κουτσούρι», τα οποία χαρακτηρίζονται από μέτριες κλίσεις προς τα Ανατολικά και διελαύνονται από εποχιακής ροής ρέματα γενικής διεύθυνσης ΝΔ-ΒΑ, που καταλήγουν στον Όρμο του Γαλαξιδίου.

Είναι από τα μνημεία  εκείνα που αναφέρονται αρκετά συχνά  στη βιβλιογραφία, χωρίς να έχουν μελετηθεί συστηματικά. Από τις αρχαιότητες που βρέθηκαν στο Ναό και στον περίβολό του, οι αρχαιολόγοι συμπεραίνουν ότι υπήρχε εδώ Αρχαίο Ιερό.

Το μοναστήρι κτίστηκε από το Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ το Β΄, (1210-1270), τον καιρό που οι Γαλαξιδιώτες είχαν καταφύγει γύρω από το εκκλησάκι για να γλιτώσουν από τους θαλασσινούς πειρατές. Κτητορική Επιγραφή δε σώζεται και το Μνημείο δεν αναφέρεται σε σύγχρονές του πηγές. Για την χρονολόγησή του, παρέχονται μόνον ενδείξεις  από τον τύπο, την οικοδομική Tεχνική, τα μορφολογικά στοιχεία και το γλυπτό διάκοσμο. Το Mοναστήρι κατείχε βασιλικά γράμματα και χρυσόβουλα. Με το σεισμό του 1580 καταρρέουν τα κελιά, ενώ με τον σεισμό του 1660, που γίνεται με επίκεντρο το Γαλαξίδι, γκρεμίζεται το Καθολικό της Μονής. Στα ερείπιά του, το 1864 ο ιστοριοδίφης Κων. Σάθας βρίσκει το χειρόγραφο του “Χρονικού” κρυμμένο σ’ έναν τοίχο.  Μέχρι το 1905  η Μονή ήταν τελείως εγκαταλελειμμένη και χωρίς στέγη. Ο Ναός, από τυπολογικής πλευράς, ανήκει στην κατηγορία των μονόχωρων σταυρεπίστεγων με πολλά αρχαία υπολείμματα. Ανατολικά προεξέχει μία ημικυκλική αψίδα, ενώ δυτικά προστέθηκε ένας ισόπλατος νάρθηκας με δίκλινη στέγη.

Η τοιχοδομία του και τα μορφολογικά του στοιχεία, όπως τα δίλοβα παράθυρα με ελεύθερους τους λοβούς, αρχαΐζουν και δεν προδίδουν καμία φράγκικη επίδραση, ενώ η  πλίνθινη τεθλασμένη γραμμή χωρίς τους σταυρούς συναντάται συχνά σε διάφορες περιφέρειες και χρονικές περιόδους.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ

Εξωτερικά, εντοπίζονται έντονες μεγάλου εύρους και βάθους ρηγματώσεις στα σημεία συναρμογής του Ανατολικού και του Δυτικού τοίχου με τους εγκάρσιους και αποκόλλησή τους από αυτούς. Ρηγματώσεις λιγότερο έντονες απαντώνται και στη στέψη, στα Αετώματα και στα υπέρθυρα. Επίσης, αρκετά έντονη είναι σε ορισμένες θέσεις η αποσάθρωση των πωρόλιθων και των κεραμικών στοιχείων.

Η καθαίρεση του Δυτικού τοίχου του κυρίως Ναού για ενοποίησή του με το νεώτερο Νάρθηκα, χωρίς την πρόβλεψη κάποιων εγκάρσιων στοιχείων συνδέσεως, λόγω και της μεγάλης αποστάσεως Δυτικού και Ανατολικού τοίχου (περί τα 12 μ.) έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό συμβάλλει στην εμφάνιση των τόσο έντονων προβλημάτων στους εν λόγω τοίχους. Σημαντικό μερίδιο στις βλάβες έχει και η έλλειψη οριζόντιου περιμετρικού διαζώματος (chainage).

ΣΤΕΡΕΩΣΗ – ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Για τη στερέωση/ αποκατάσταση προτάθηκε καταρχήν η προσωρινή αντιστήριξη-υποστήλωση με περιμετρική περίδεση λόγω ετοιμορροπίας και στη συνέχεια : καθαρισμός αρμών, βαθύ αρμολόγημα εσωτερικών και εξωτερικών όψεων τοιχοποιιών, τοποθέτηση λίθινων κλειδιών συρραφής των ρωγμών με επιλεγμένους σκληρούς τοπικούς ασβεστολιθικούς δόμους όμοιους με τους παλαιούς, πλήρωση των διάκενων των ρωγμών με ενέματα σταθερής σύνθεσης συμπλήρωση και αποκατάσταση των φθαρμένων πλίνθων του οδοντωτού γείσου της στέγης της υπερυψωμένης κεραίας, εξυγίανση της θολοδομίας κόγχης ιερού, διαφραγματοποίηση με τη χρήση συστήματος ξύλινων και μεταλλικών ελκυστήρων, κατασκευή οριζόντιου διαζώματος από οπλισμένο σκυρόδεμα, τοποθέτηση έξι ανοξείδωτων μεταλλικών ελκυστήρων Φ25, ανά 2.50μ (περίπου), στην επάνω παρειά των ξύλινων ελκυστήρων και αγκύρωσή τους σε ανοξείδωτες μεταλλικές πλάκες, κατασκευή αποστραγγιστικής τάφρου, αντικατάσταση νεωτερικών κουφωμάτων με νέα από ξυλεία καστανιάς, καθώς και τοποθέτηση φύλλων μολύβδου ή άλλου κατάλληλου υλικού για τη διάκριση από την αναστηλωτική φάση των αρχών του 20ου αιώνα.