Η άντληση εμπειρίας από τη φιλοσοφία δόμησης των ιστορικών κτηρίων ως υπόδειγμα για την ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗΣΗ & ΤΗ ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, αλλά και ως εργαλείο εξοικονόμησης ενέργειας & ΑΞΙΟΒΙΩΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Τα ιστορικά κτίρια και τα κτίρια της λαϊκής ανώνυμης αρχιτεκτονικής, χαρακτηρίζονται από μια φιλοσοφία “θεοκεντρική” και όχι ανθρωποκεντρική, δηλαδή εγωϊκή, ή market-oriented, έχουν μία υγιή σχέση με το περιβάλλον και εμπεριέχουν δε ένα πλούσιο υλικό, (τόσο όσον αφορά στα υλικά, όσο και στις μεθοδολογίες-τεχνολογίες), από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε μια απίστευτα μεγάλη εμπειρία γι αυτό που σήμερα αποκαλούμε ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗΣΗ, ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, εξοικονόμηση ενέργειαΣ. Τα κτίρια αυτά, μπορούν να χαρακτηριστούν ως κτίρια χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης, τόσο κατά τη φάση κατασκευής τους, όσο και κατά τη φάση λειτουργίας τους, σεβόμενα με τον τρόπο αυτό τη Φύση, (από την οποία αντλούν τις πρώτες ύλες τους), αλλά και το χρήστη, ενώ, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η κατασκευή τους μιμείται αυτό που αποκαλούμε «Οικονομία της Φύσης». Η δόμησή τους έχει γίνει με απλές τεχνικές και με τη χρήση απλών, φυσικών, ατοξικών υλικών, για την κατασκευή και ενσωμάτωση των οποίων δεν έχει γίνει υπερεκμετάλλευση των φυσικών αποθεμάτων, καθώς, κατά κανόνα, επιλέχτηκαν επιτόπια υλικά, χωρίς εργοστασιακή επεξεργασία. Τα υλικά αυτά είναι φυτικής ή ζωικής προέλευσης, ή υλικά εδάφους και υπεδάφους, που υπήρχαν εν αφθονία στη φύση, (άχυρο, ξύλο, καλάμι, φυσικές ρητίνες, τρίχες ζώων, χώμα, πηλός, πέτρα, μάρμαρο, κ.ά.), ή υλικά παραγόμενα με απλούς φυσικούς τρόπους, (π.χ. ωμόπλινθος), που για την παραγωγή τους έχουν χρησιμοποιηθεί οι δωρεάν παρεχόμενες από τη Φύση ενέργειες, αν και είναι βέβαιο ότι είχε αναπτυχθεί υψηλού επιπέδου τεχνολογία και ήταν γνωστά πολλά από τα υλικά που χρησιμοποιούμε και σήμερα, όπως π.χ. ο αμίαντος. Επιπλέον, η επανάχρηση των υλικών δομής, ή ανακύκλωση, αποτελεί σύνηθες φαινόμενο, που γίνεται για την εξοικονόμηση κόπου, χρόνου και χρήματος που απαιτούνται για την παραγωγή των υλικών, τη μεταφορά τους, κλπ., άρα για την «Εξοικονόμηση Ενέργειας». 

Ενδιαφέρον αποτελεί και το γεγονός ότι τα όργανα και οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται στη φάση δόμησης και λειτουργίας των ιστορικών κτιρίων, αλλά και σε άλλες καθημερινές χρήσεις, (μεταφορικά & ανυψωτικά μέσα, κ.ά.), όπως, κριοί, μοχλοί, ατέρμονες κοχλίες, βαρούλκα, πολύσπαστα (τροχαλίες), σφήνες, ηλιακά ρολόγια, κλπ., αποτελούνται από «έξυπνα» συστήματα, που καταναλώνουν ελάχιστη ενέργεια, ή εκμεταλλεύονται τη δωρεάν παρεχόμενη ενέργεια του ήλιου, του αέρα, κλπ.

Σε αντίθεση με αυτή την κατασκευαστική λογική, η δόμηση των σύγχρονων κτιρίων, συχνά δε και η αποκατάσταση των παλαιών, γίνεται με αλόγιστη χρήση των ενεργειακών αποθεμάτων, με υλικά κατά κανόνα «μη καθαρά» και τεχνικές επιβλαβείς και ενεργοβόρες, καθώς, με την ανάπτυξη της Τεχνολογίας και την άρση διαφόρων τεχνικής φύσεως εμποδίων, τα ενεργειακά μεγέθη παύουν να απασχολούν τον άνθρωπο, που νοιώθει κυρίαρχος της Φύσης χάρη στις γνώσεις του και αρχίζει να κατασπαταλά τις διάφορες πλουτοπαραγωγικές πηγές, υποθηκεύοντας έτσι το μέλλον των επόμενων γενεών. Η αλόγιστη αυτή χρήση της ενέργειας οδηγεί στην Ενεργειακή κρίση, που με τη σειρά της οδηγεί στη συνειδητοποίηση, αυτή τη φορά μέσα από τη συγκεκριμένη επιστημονική γνώση του αντικειμένου.

Η βαθύτερη και ενδελεχής μελέτη των υλικών και τεχνικών δόμησης των ιστορικών κτιρίων μπορεί, αφενός να βελτιώσει την υπάρχουσα τεχνογνωσία γύρω από τη μεθοδολογία προστασίας τους και, αφετέρου, να αποτελέσει ένα καλό εργαλείο για την εξοικονόμηση ενέργειας, όσον αφορά στη διαδικασία δόμησης των κατασκευών, (παραγωγή, μεταφορά και ενσωμάτωση υλικών), αλλά και μοχλό ανάπτυξης ενός αειφόρου Πολεοδομικού Σχεδιασμού, χωρίς μάλιστα τις επιπτώσεις που προξενούνται στον άνθρωπο και στο Οικοσύστημα από τις ποικίλες τοξικές ουσίες που εμπεριέχονται στα περισσότερα σύγχρονα οικοδομικά υλικά. Περαιτέρω, η γνώση αυτή μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία μιας σύγχρονης φιλοσοφίας, ενός νέου, απλού, με λιγότερες εξαρτήσεις από μηχανικά μέσα, κυρίως δε πλέον συνειδητού τρόπου ζωής, προς τον οποίο θα πρέπει να προσβλέπει η Κοινωνία μας.

Όπως μας είναι γνωστό, το Κτίριο αποτελεί ανέκαθεν το «Κέλυφος του Ανθρώπου» και κατασκευάζεται με στόχο την προστασία του. Από τα πολύ παλιά χρόνια, καθώς οι συνθήκες ευνοούσαν μια εγγύτερη, πιο εσωτερική σχέση του ανθρώπου με τη Φύση, αφού μάλιστα η επιβίωσή του βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με αυτήν, αναπτύσσεται μέσα του ο Σεβασμός προς τις Ενέργειες και Δυνάμεις της Φύσεως, που συχνά θεοποιεί. Η γνώση που αποκτά σε σχέση με τη δόμηση του Οίκου του είναι εμπειρικοβιωματική, αλλά σ’ ένα βαθμό χάνεται, καθώς ο «νέος», πιο τεχνολογικός τρόπος ζωής, τον απομακρύνει από τη γήινη μήτρα του.

Από την έρευνα των υλικών που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τη δόμηση των ιστορικών κτιρίων, διαπιστώνεται ότι οι φυσικοί πόροι από τους οποίους προέρχονται είναι ανανεώσιμοι, τα δε υλικά ανακυκλώσιμα ή βιοαποικοδομήσιμα, ενώ, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν είναι ούτε οικοτοξικά ούτε τοξικά.

Η άργιλος, (πηλός), κύριο συστατικά των εύφορων εδαφών, τα περισσότερα των οποίων είναι ατοξικά, είναι ένα από τα αρχαιότερα υλικά, που το 19ο αιώνα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κύρια υλικά δόμησης σε όλο τον κόσμο. Στα μέσα του 20ού αιώνα, ο πηλός εξοστρακίζεται ολοκληρωτικά από την οικοδομική δραστηριότητα των ανεπτυγμένων χωρών, ενώ εξακολουθεί να παίζει κυρίαρχο ρόλο στον τρίτο κόσμο. Σήμερα, κάτω από την πίεση των αναγκών για την εξεύρεση καθαρών & οικονομικών λύσεων, ο πηλός αρχίζει να επανέρχεται στις αναπτυγμένες χώρες με βελτιωμένη μορφή, καθώς οι ιδιότητές του, όχι μόνο από περιβαλλοντική άποψη, τον κατατάσσουν μεταξύ των οικοδομικών υλικών του μέλλοντος και οι σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες επιτρέπουν τη βελτίωση της ποιότητάς του, ώστε να ανταποκρίνεται στις υψηλές απαιτήσεις του σημερινού τρόπου ζωής.

Ο ασβέστης, το έτερο, ευρέως χρησιμοποιούμενο υλικό, είτε ως συγκολλητική ύλη στα επιχρίσματα & στα κονιάματα δόμησης, είτε ως υλικό βαφής και απολύμανσης, αποτελεί επίσης ένα άριστο δομικό υλικό που, όπως και η άργιλος, «αναπνέει», επιτρέποντας έτσι μια σταθερή ανταλλαγή αέρα μεταξύ εσωτερικού χώρου και εξωτερικού περιβάλλοντος.

Το χώμα, υλικό που υπάρχει εν αφθονία στη φύση, έχει ευρεία χρήση στα επιχρίσματα & στα κονιάματα δόμησης, στα δάπεδα, στα δώματα (σαν μονωτικό υλικό και σαν υλικό πλήρωσης), κ.ά. Το χώμα, πέρα από τις μονωτικές του ιδιότητες, ασκεί πάνω στο χρήστη του κτιρίου χρήσιμες γήινες επιδράσεις, δρώντας σαν βιολογικός εξισορροπητής, καθώς είναι ένα από τέσσερα βασικά στοιχεία που απαντώνται στη φύση και διέπουν τη ζωή μας, (Αέρας, Νερό, Γη, Φωτιά).

Οι πλίνθοι (τούβλα) είναι το αρχαιότερο χειροποίητο δομικό υλικό. Τόσο η χειροποίητη κατασκευή, όσο και η όπτηση – στέγνωμα, δεν απαιτούσαν κατανάλωση καυσίμων, καθώς εξασφαλίζονταν κυρίως από τον ήλιο και τον αέρα, χάρη και στον τρόπο στοίβαξής τους. Σημειωτέον ότι στις ανασκαφές της αρχαίας Ιεριχούς βρέθηκαν τούβλα σε σχήμα και μέγεθος μακρόστενου ψωμιού.

Τα υλικά αυτά, συγκεντρώνουν, από άποψη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα περισσότερα πλεονεκτήματα, καθώς η επεξεργασία πρώτων υλών για τη παραγωγή τους, ακόμη και σήμερα, είναι δυνατό να απαιτεί ελάχιστες ποσότητες συμβατικής ενέργειας σε σύγκριση με άλλα οικοδομικά υλικά.

Άλλα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στα υπό εξέταση κτίρια και που προέρχονται επίσης από το έδαφος ή το υπέδαφος, είναι οι λίθοι, τα παντός είδους μάρμαρα και τα αδρανή υλικά. Οι απαιτούμενες ποσότητες ενέργειας για την παραγωγή τους είναι ελάχιστες σε σχέση με άλλα υλικά, ενώ μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν ή να αφομοιωθούν. Σήμερα, που οι ανάγκες για δόμηση είναι πολύ αυξημένες σε σχέση με το παρελθόν, απαιτείται προσοχή κατά την εξόρυξη των υλικών αυτών, καθώς αποτελούν φίλτρο καθαρισμού των επιφανειακών υδάτων πριν από τη διήθησή τους στο έδαφος, η δε απομάκρυνσή τους εκθέτει τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες στη ρύπανση, ενώ, η εξόρυξη πετρωμάτων στα λατομεία, τραυματίζει το φυσικό ανάγλυφο, δημιουργεί βαθιές και εκτεταμένες διακοπές στη συνέχεια του φυσικού εδάφους, προκαλεί εκτοπισμό της πανίδας και χλωρίδας, απονέκρωση περιοχών και παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων σκόνης.

Αν και στα ιστορικά κτίρια γίνεται χρήση υλικών που σήμερα θεωρούμε ευτελή, δεν παραβλέπεται καθόλου το κεφάλαιο “σεισμός”, για την αντιμετώπιση του οποίου χρησιμοποιούνται οριζόντιες ξυλοδεσιές, μεταλλικοί ελκυστήρες, ή άλλες τεχνικές, όπως π.χ. 2ος εσωτερικός Φ.Ο., (Εικ.1, 2, 3), ενώ, οι σοβάδες γίνονται πιο ανθεκτικοί στο σεισμό και στις καιρικές συνθήκες, με την ανάμιξη του κονιάματος με τρίχες από ζώα ή άχυρο.

Επιπλέον, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στα υπόσκαφα κτίρια, (Εικ.5), που σήμερα αποτελούν υποδείγματα βιοκλιματικής δόμησης, ή στον λόγω της μεγάλης μάζας των τοιχοποιιών υψηλό δείκτη πυραντίστασης, ή στον επιστημονικό χαρακτήρα του ακουστικού σχεδιασμού των κατασκευών που προορίζονταν για θέατρα-ωδεία!

Τέλος, αξίζει να παρατηρήσουμε, με τι σοφία χρησιμοποιείται το κάθε υλικό, ακόμα και το τελευταίο λιθοσύντριμμα, που ενσωματώνεται στην τοιχοποιία από λιθοδομή, ή μεταξύ δαπέδου και ψευδοπατώματος, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό καλύτερη θερμοηχομόνωση/ μείωση του κόπου-χρόνου-χρήματος που απαιτεί η μεταφορά και απόρριψη μπαζών/ αποφυγή ρύπανσης του περιβάλλοντος από την απόρριψη και τη διασπορά σκόνης. Κατ΄ αναλογία, το κενό στις στέγες και στα πατώματα, (Εικ.4), εξασφαλίζει καλή θερμοηχομόνωση, χωρίς τη χρήση ειδικών μονωτικών υλικών, που απαιτούν κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας για την αγορά, κατασκευή και ενσωμάτωσή τους. Ενώ, με τη θεμελίωση πολλών ιστορικών κτιρίων ή και νεολιθικών ακόμη κατοικιών πάνω σε ξύλινες πασσαλώσεις,

Πέρα από τη χρήση υλικών χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης, τα ιστορικά κτίρια εκμεταλλεύονται τον προσανατολισμό για φυσικό φωτισμό και θέρμανση από τον ήλιο, χάρη και στη μεγάλη θερμική μάζα τους, ενώ, με απλές τεχνικές, υποστηρίζεται η λειτουργία τους σαν μεμβρανών εσωκλιματικής ρύθμισης για την εξασφάλιση αερισμού-δροσισμού, χωρίς κατανάλωση ενέργειας.

Μερικές από τις τεχνικές αυτές είναι η κατακόρυφη διάταξη των κλιμακοστασίων, (Εικ.9), τα μεγάλα ύψη ορόφων που προσφέρουν μεγαλύτερη οπτική άνεση και πιο ευχάριστο περιβάλλον, τα μακρόστενα ανοίγματα με τους ανοιγόμενους φεγγίτες, (Εικ.6), ή τα ανοίγματα στην οροφή, που εξασφαλίζουν άριστο έμμεσο φωτισμό, η διαμπερότητα, τα εσωτερικά αίθρια, (Εικ.10), οι στοές, τα χαγιάτια, οι κρήνες, (Εικ.7), τα σιντριβάνια, οι καλαμωτές, οι κήποι, (Εικ.8), που καθαρίζουν την ατμόσφαιρα, ενώ παράλληλα εξουδετερώνουν τα αποτελέσματα των εντάσεων, εξισορροπώντας τις δυνάμεις και τις ενέργειες, κ.ά.

Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη λειτουργία του ανεμόπυργου της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής πολλών μουσουλμανικών χωρών, (Εικ. 13), για να διαπιστώσει για μια ακόμη φορά τη λαϊκή σοφία, ή τον τρόπο κατασκευής των ξυλοκάλυβων των ιθαγενών των τροπικών δασών, (και όχι μόνο), (Εικ.12), που, ακόμη και σήμερα, αφήνονται ανοικτές από παντού, για την εξασφάλιση καλύτερου δροσισμού, ή τον τρόπο αντιμετώπισης του δυνατού Μεσογειακού ήλιου στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά με τη χρήση ανοικτών χρωμάτων και κυρίως του λευκού, ώστε να αντανακλάται το μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής θερμότητας (Εικ.11).

Και βέβαια, η ίδια λογική ακολουθείται και στο δημόσιο χώρο, όπου οι δρόμοι δε στρώνονται κατά κανόνα με σκληρά υλικά, που αυξάνουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, αφού απορροφούν τεράστιες ποσότητες ηλιακής θερμότητας.

Στα κτίρια αυτά, τίποτα δεν πάει χαμένο, το καθετί μπορεί να έχει μια χρηστική αξία, το κάθε τι είναι άξιο σεβασμού, γιατί είναι ένα κομμάτι από το Σύμπαν. Αυτή είναι και η ύψιστη προσφορά προς τη μάνα γη, αλλά και η ύψιστη Διαισθητική Σοφία.

Σε αντίθεση με τα ιστορικά κτίρια, τα σύγχρονα κτίρια, που κατασκευάζονται από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμπεριέχουν αρκετούς κινδύνους, καθώς ο δομικός χάλυβας, προκαλεί μεταβολές στο γήινο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, το δε χρησιμοποιούμενο τσιμέντο περιέχει συχνά καρκινογόνα υποπροϊόντα, όπως η τέφρα των υψικαμίνων.

Όπως διαπιστώθηκε από τις πιο πάνω αναφορές μας, οι ιστορικές κατασκευές πληρούν όλους τους βιοκλιματικούς παράγοντες και είναι απόλυτα εναρμονισμένες με τους φυσικούς νόμους, που εκφράζονται από τα επιστημονικά πεδία της φυσικής και της μηχανικής, ενώ δεν παραμελείται η κάλυψη της κοινωνικής ανάγκης, αλλά και η ποιητική του δομημένου χώρου. Αυτό υποδηλώνει τη βαθύτατη σχέση με το αντικείμενο, την ένωση υποκειμένου-αντικειμένου και την εσωτερική γνώση του κτίστορα, αλλά και του κτήτορα.

Πέρα από αυτά, από τη μελέτη της αρχιτεκτονικής σύνθεσης και της θέσης του ευρύτερου χώρου οικοδόμησης των Αρχαίων Ελληνικών, αλλά και Βυζαντινών Ναών, καθώς και τη διερεύνηση διάταξης και προσανατολισμού τους, διαπιστώνεται η άριστη αρχιτεκτονική σύλληψη και η άριστη γνώση για τη χωροθέτηση σε περιβάλλον που εξασφάλιζε, όχι μόνο την εκμετάλλευση στο έπακρο του άμεσου ηλιακού κέρδους, αλλά και την ασφάλεια, την απομόνωση και την ένωση με το θείο. (Εικ.14, 15, 16, 17)

Ήδη, στις Ιερές Βέδες, διαπιστώνεται η προτροπή, κατά τη σχεδίαση ενός κτίσματος, να γίνεται η τοποθέτηση στο χώρο κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να επιτυγχάνεται η «αξιοποίηση των ιδιοτήτων του Φυσικού Νόμου». Για τον ίδιο λόγο, κατά την Πολεοδόμηση μιας έκτασης, τα Ιερά Βιβλία ορίζουν ότι πρέπει να προβλέπεται ώστε, ένα σωστά μοιρασμένο ποσοστό γης να μένει ακάλυπτο από σκληρά υλικά, να είναι δηλαδή χώμα ή πράσινο, ώστε ο άνθρωπος να ζει σε άμεση επαφή με τη μητέρα γη που τον γεννά, τον δονεί και τον τρέφει.

Από την παρατήρηση, μελέτη, ανάλυση και τεκμηρίωση των υλικών, των τεχνικών δομής, της αρχιτεκτονικής σύνθεσης και χωροθέτησης των ιστορικών κτιρίων, είναι πιθανό, με τις σημερινές επιστημονικές συγκεκριμένες γνώσεις, να αποκαλυφθούν κάποιες ατέλειες, ιδίως σε θέματα μηχανικής αντοχής, κυρίως έναντι σεισμού, όπως και σε θέματα υγρασίας ή και προσωπικής υγιεινής, ή όσον αφορά στη χρήση φυσικών ραδιενεργών υλικών, (π.χ. γρανίτης), αφού δεν είναι μόνο τα βιομηχανικά, αλλά και τα φυσικά υλικά που μολύνουν, καθώς η Ύλη αποτελεί εν δυνάμει μια χονδροειδή (πυκνή) μορφή Ενέργειας, ως εκ τούτου, εμπεριέχεται σ΄ αυτήν η βασική ιδιότητα της Ενέργειας του να είναι «ασταθής», άρα να εκλύει ενώσεις που παραμένουν στην ατμόσφαιρα για κάποιο ορισμένο χρόνο και «μολύνουν» τον αέρα. Πέρα όμως από τις όποιες ατέλειες, θα βρεθούμε κατά κανόνα προ εκπλήξεων, ακόμη και όσον αφορά σε θέματα, όπως η θερμομόνωση, η ηχομόνωση, ο ηλιασμός, ο αερισμός, ο δροσισμός, η πυρασφάλεια.

Σήμερα, η μείωση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων, η ανάγκη εξοικονόμησης ενέργειας ορυκτών καυσίμων, η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και εξασφάλισης υγιεινής στη δόμηση, επαναφέρουν τα παλαιά υλικά και κυρίως την ωμή και ψημένη άργιλο στο διεθνές προσκήνιο, ενώ υπάρχει αναζήτηση του ορθού για τη χρήση φυσικών υλικών, ή και υλικών που παράγονται από φυσικές πρώτες ύλες, με τρόπους απλούς και με τη μικρότερη δυνατή επεξεργασία, καθώς η χρήση τεχνικών απλών και παραδοσιακών μπορεί να αποτρέψει την εξάρτησή μας από μια υπερανεπτυγμένη Τεχνολογία. Το ζητούμενο είναι να αφομοιώσουμε την ουσία και να αναχθούμε στην “καρδιά του προβλήματος”.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα ιστορικά κτίρια έχουν να μας διδάξουν πολλά πάνω στον τομέα «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ», αρκεί να παρατηρήσουμε προσεκτικά και να ερμηνεύσουμε ορθά τον τρόπο δομής, τις τεχνικές και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και τη λογική του «σεβασμού των Φυσικών Νόμων και της, καλώς εννοούμενης, ήσσονος προσπάθειας», λογικής που επικρατεί κατά κόρον στη Φύση και σύμφωνα με την οποία, ένα έργο οφείλει να παράγεται με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση ενέργειας, διότι κανείς δε δικαιούται να καταναλώνει κάτι που δεν μπορεί να αναπαραγάγει.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ

ACQUISITION OF EXPERIENCE FROM THE PHILOSOPHY OF HISTORICAL BUILDINGS CONSTRUCTION AS A STANDARD FOR INTEGRATED WORTH-LIVING DEVELOPMENT.

Building has always been a “Man’s Shell” whose construction aims at his protection. The study of energy behavior of historical constructions makes us appreciate their excellent performance, apparent from various energy indexes, since man of their times lived in immediate contact with his environment, vibrated by and referring to it, and, therefore acquiring precious experiential knowledge.
The Sacred Vedes define that when a building is designed, everything should be placed  in such a way that “Natural Law qualities can be utterly utilized”.
Before the Industrial Revolution, buildings were, more or less, being planned and constructed in accordance with such a rule, by using materials from their immediate environment and by following easily applied techniques thus saving labor, time, money and energy.
It is therefore understood that, historical buildings are exemplary for low energy consumption and can set as examples worth to be imitated, in order to draw useful conclusions regarding, among others, energy performance of nowadays buildings.